Ορίστε, να μαστε πάλι, εσύ και γω εδώ, λίγο πριν την έναρξη του τρίτου παγκοσμίου πολέμου, όπως τότε. Δε μιλάς, μόνο ακούς. Κάποτε μίλαγες και δεν άκουγες τίποτα αλλά το έκοψες κι αυτό ή μάλλον στο κόψανε. Πότε-πότε αναπνέεις έτσι για να σπάσει η ανία, μια ισχυρή γροθιά στο κατεστημένο Του Θεού. Όχι ρε Κύριε δε θα αναπνεύσω. Μετά στέκεσαι βουβός έτοιμος να σκάσεις. Κοκκινίζουν τα μάγουλα, φουντώνουν οι φλέβες σου, πλημμυρίζουν τα μάτια σου από δάκρυα. Όχι δεν είναι από συγκίνηση που είδες κάποιο παλιό σου συμμαθητή, ούτε δάκρυα αγανάκτησης για όσα άσχημα συμβαίνουν καθημερινά στον κόσμο, αλλά είναι δάκρυα από την πίεση που κρατάς την ανάσα σου. Ως πότε; Μη σκέφτεσαι, κάνεις θόρυβο. Μην κουνιέσαι, θα σηκώσεις αέρα. Έλα, κάθισε δίπλα μου. Να, πιάσε το χέρι μου, το νιώθεις; Πες μου ειλικρινά, το νιώθεις και συ; Είναι ακριβώς το ίδιο όπως και τότε. Και ύστερα ήρθαν εκείνοι, οι ίδιοι, με τα ίδια πρόσωπα, σώματα, χέρια, πόδια και σε πήραν. Μακριά μου. Και ύστερα πάλι σιωπή. Είχα μάθει πια. Μια φορά μίλησα και πέσανε να με φάνε. Από τότε υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην το ξανακάνω πια. Έτσι κι έγινε. Ποτέ ξανά, κάτι σαν σύνθημα από περασμένες αποτυχημένες ψευτοεπαναστάσεις. Όχι, μη σηκώνεσαι, συνέχισε να κάθεσαι δίπλα μου. Εγώ είμαι ο θεός σου, σε εξουσιάζω, εσύ απλά θα κάνεις ότι πω, κι έτσι η ζωή σου θα κυλάει ήρεμα, όπως ακριβώς την ονειρεύτηκες, αργά και βασανιστικά όπως ακριβώς στην παρέχω. Όχι σε παρακαλώ μη μιλάς, δεν είναι μέσα στη συμφωνία. Έτσι ακριβός όπως τότε, θυμάσαι; Είχες έρθει τάχα μου να διεκδικήσεις κάτι παραπάνω, λίγο χώρο, λίγο φαγητό, μια ανάσα παραπάνω, ένα κάτι, και στο πήρα και αυτό. Κουνήθηκες; Δεν έπρεπε, πρόστιμο 100 δραχμές. Έβηξες; 200. Σε περίπτωση που σκεφτείς να αντιδράσεις με οποιοδήποτε τρόπο σε περιμένει πρόστιμο της τάξεως των 600 δραχμών και απαγόρευση σίτισης μέχρι να πέσεις ξερός. Ποιος είμαι γω; Δε με θυμάσαι; Δε με αναγνωρίζεις; Είμαι ο ίδιος. Έγινα. Τι κι αν δεν ήθελα, με κάνανε. Με κάνανε σου λέω. Εγώ απλά τους άφησα. Άλλο που δεν θέλανε. Κι όσο περνούσε η ώρα τόσο και με άλλαζαν. Μέχρι που ήρθε η στιγμή και ήμουνα έτοιμος. Καθ εικόνα και καθ ομοίωση. Έτσι ακριβώς όπως τότε.
Εσύ μόνο έμεινες ίδιος. Εσύ. Εσένα βλέπεις δε σε θέλανε. Θέλανε μόνον εμένα. Ήξεραν πως αν είχαν εμένα θα είχαν και σένα, με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια και ύστερα τρία, και ύστερα τέσσερα και μετά άπειρα, και με πήρε ο ύπνος και όνειρα δεν είδα. Μια μαυρίλα. Το απόλυτο τίποτα. Κάτι σαν το κανάλι που δεν εκπέμπει πια. Θαρρείς πως Στέρεψε Ο Θεός από εικόνες. Σας ζητούμε συγγνώμη, Το Κανάλι Του Θεού δεν εκπέμπει πια. Συντονιστείτε αλλού. Και σεις, όπως και μεις. Να και κάτι να μας ενώνει. Ας σηκωθούμε λοιπόν μαζί, σιγά-σιγά μην τύχει και ανατρέψουμε τις εύθραυστες ισορροπίες που με τόσο κόπο στεριώσαμε και ας κάνουμε ένα βήμα πίσω. Όχι δεν υποχωρούμε, μια υπόσχεση μόνο να κάνουμε αμέσως μετά ένα βήμα μπροστά. Σου θυμίζει χωρό; Δεν είναι ή μάλλον ναι. Θα στο πω. Μας χορεύουν στο ταψί. Ποιο ταψί; Ποιο άλλο, αυτό που μας απλώνουν αμέσως μόλις γεννιόμαστε και μας σιγοψήνουν, και όσοι καίγονται τους πετάνε χωρίς να χάσουν χρόνο στα σκουπίδια. Εκεί που με λίγα λόγια ανήκουμε όλοι. Στα σκουπίδια. Ένα μάτσο παλιοσίδερα είμαστε όλοι. Σκουριάσαμε πια, τρίζουν τα κόκαλα μας, σκούριασαν οι ιδέες μας, χάθηκαν οι εχθροί μας και μείναμε εμείς, να κοιτάμε ο ένας τον άλλο. Τι να τους κάνουμε τους εχθρούς Αγάπη μου; Εμείς έχουμε ο ένας τον άλλο. Βγάλε μου το μάτι. Κάντο για μένα. Δε θέλω πια να βλέπω. Είπες να σου βγάλω το αυτί; Μα Αγάπη μου δεν έχεις, τα αυτιά ήταν τα πρώτα που μας έβγαλαν. Πονάς; Εγώ να δεις. Τώρα που το θυμήθηκα πονάω αφόρητα. Ίσος ήταν λάθος που πιάσαμε αυτή τη συζήτηση από την πρώτη στιγμή, αλλά επέμενες. Έλεγες λέει πως θα μας κάνει καλό, έτσι ακριβώς όπως τότε. Ήθελα μόνο να σε ρωτήσω κάτι. Τι κατάλαβες; Αλήθεια, πες μου, σου έμεινε κάτι; Τα κάναμε όλα όπως ακριβώς τα είπες. Δύο βήματα εμπρός και ένα κοφτό στο πλάι, κι ύστερα, τι; Χάρηκες με αυτό; Χάθηκες, με άφησες μόνο στα μισά. Πήρες μαζί σου την χαρά της εξουσίας κι έφυγες. Δυο βήματα μπροστά και ένα κοφτό στο πλάι. Μόνο που το σκέφτομαι γελάω. Απορώ και μόνο που σε άκουσα και το επανέλαβα. Μεγάλη η χάρη σου. Σου αρέσει να με εξουσιάζεις; Ε; Νομίζεις πως είμαι εγώ; Νομίζεις! Κάνεις μεγάλο λάθος. Άκου με που σου λέω, δεν είμαι εγώ. Είναι οι άλλοι, που κρύβονται πίσω από μένα. Κάθε φορά που έλεγες να κάνω ένα βήμα μπρος, πίσω, πλάι, εγώ το έλεγα στον επόμενο. Ποτέ δεν ακολούθησα τις προσταγές σου. Κι όμως. Νικήθηκα. Ξέρω δεν άξιζε να γίνω όσα έγινα. Μάταια όμως. Τι να πεις. Έγινα. Μόνο το χώρο σου σπατάλησα. Άσε που κάθε χρόνο γινόμουνα και διπλάσιος, έτσι ακριβώς όπως τότε, θυμάσαι;
Ερχόσουνα και μου έλεγες, θα σε πιάσω! Θα σε πιάσω! Κι όλο και σου ξέφευγα. Παίζαμε σαν παιδιά θυμάμαι. Θα σε πιάσω! Θα σε πιάσω! Ακόμα αντηχεί η φωνή σου μέσα στο μυαλό μου, ποιο μυαλό μου; Στα έγκατα της ψυχής μου έχει φυλακιστεί και κάνει βόλτες. Και ύστερα εσύ, έπεφτες κάτω. Έτρεχα να δω αν είσαι καλά κι έκανες μια και με έπιανες. Τότε μου έλεγες με τόνο διδακτικό και ολίγον τι επιβεβαιωτικό. Τι ολίγον; Μόνο επιβεβαιωτικό. Σε έπιασα. Τι κατάλαβες; Μια ζωή το χέρι μου ήταν μέσα στην παλάμη σου. Μια ζωή ήμουν στην μήτρα σου. Μια ζωή ανάμεσα στα πόδια σου να σου βάζω τρικλοποδιές, κι εσύ εκεί να θέλεις να με πιάσεις. Ορίστε. Πιάσε με να δούμε τι θα καταλάβεις. Κάθε στιγμή που περνά αιώνας. Σαν καμπάνα που μετράει τους σφυγμούς μου αλλά εγώ δεν ακούω τίποτε πια. Είμαι ένας ανάπηρος ψυχικά και σωματικά. Ένας ακόμα νικημένος δίχως αξία, εσύ όμως θέλεις να με πιάσεις, δε θα ησυχάσεις αν δεν πιάσεις και τον τελευταίο. Θυμάμαι εκείνο το βράδυ που μέθυσες και μου είπες όλες τις βρωμιές σου και τις πονηριές σου. Πόσο σε σιχάθηκα εκείνο το βράδυ. Το βράδυ που εσύ μου άνοιγες την καρδιά σου, εγώ το έσκαγα τρέχοντας αντί να τρέξω μέσα στην ζεστασιά της. Κι όμως. Εσύ με κοίταγες ύστερα προδομένος. Ήξερα πως εκείνη τη στιγμή έκανα το μεγάλο λάθος. Το μεγαλύτερο. Με είχες εμπιστευτεί και εγώ έφευγα. Αντι να κάτσω να σε αγκαλιάσω και να σου πω, δε βαριέσαι αδερφέ, ούτε ο πρώτος είσαι ούτε ο τελευταίος που σκέφτηκες βρώμικα. Εγώ θα καθίσω δίπλα σου μέχρι να ξεμεθύσεις. Αλλά δεν το έκανα. Τα πόδια μου πονούσαν όπως έτρεχα. Έτρεξα πολύ εκείνο το βράδυ μέχρι που ξημέρωσε. Ήθελα απλά να πάω όσο πιο μακριά γινόταν. Να μη σε βλέπω. Να μη σε ακούω. Να μη σε νιώθω. Και τα κατάφερα. Ήμουνα μόνος. Μόνος που λέει ο λόγος. Μένει κανείς μόνος του στην σήμερον ημέρα; Και ειδικά με έναν αντίπαλο σαν και σένα; Μέχρι που κατάλαβα πως ότι έκανες το έκανες για να έχεις κάτι να απασχολείσαι και για να με απασχολείς. Σε μισώ. Σου δωσα το κλειδί της καρδιάς μου επειδή με βίασες. Πήρες τα ρούχα μου και τα φόρεσες κι έγινες εγώ. Έκοψες τα μαλλιά σου όπως κι εγώ. Μην μ' αγγίζεις. Τι σε κάνει να πιστεύεις πως εμείς οι δυο ταιριάζουμε; Είσαι ότι χειρότερο μου έτυχε. Σε μετάνιωσα έτσι ώστε να μην σε επαναλάβω. Θέλω να πάρεις τα πράγματά σου και να ξεκουμπιστείς να φύγεις από δω. Δε σε χωράει ο τόπος. Μ' ακούς; Τι να ακούσεις; Πότε άκουσες; Ειδικά εμένα. Μια ζωή με είχες γραμμένο. Το μουλάκι σου που το κάνεις ότι θες. Ε! Όχι πια κύριε, και τα μουλάκια ξυπνήσανε. Και έχουν φωνή. Μπορεί να μην έχουν γλώσσα αλλά έχουν φωνή και σε γιουχάρουν. Έλα, κάθισε πλάι μου. Κάνει ψύχρα. Λες να βρέξει; Μπορεί. Μια ζωή λάθος κάνουν στις προβλέψεις. Έτσι μου ρχεται να αρπάξω μια σκούπα και να σκουπίσω. Να μαζέψω όλη τη σκόνη απ τη ζωή μου και να την αδειάσω στον κάλαθο των αχρήστων. Και να αρχίσω μια καινούργια. Άλλη ζωή. Χωρίς εσένα και την τρομοκρατία σου. Να έρχεσαι. Να σε βλέπω που και που. Έτσι να μου θυμίζεις το παρελθόν μου μην τύχει και το επαναλάβω. Είναι ωραία στον Παράδεισο. Μου το έλεγες από παιδί. Και γω σε άκουγα και μεγάλωνα μέσα στην Κόλαση μόνο που το κατάλαβα όταν πλέον ήταν αργά και με είχαν ζώσει οι φλόγιες για τα καλά. Ξέρω. Ούτε να καώ δε θα με αφήσεις με την ησυχία μου. Αν καώ ποιον θα έχεις να βασανίζεις; Ξέρω. Σε αυτό το παιχνίδι. Είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο. Δε θα γλιτώσουμε ποτέ. Όσο κι αν τρέχω. Όσο κι αν γιουχάρω. Όσο κι αν σε μισώ. Θα είμαστε πάντα εσύ κι εγώ. Εδώ. Μαζί. Έτσι ακριβώς. Όπως, τότε.
Please support!

I give full permission to those clubs above where I belong as a member to expose my work!